Sandro Mezzadra: Κι εσύ Bertinotti;
Ακολουθεί η μετάφραση από το δικτυακό περιοδικό Turbulence (Ideas for Movement) ενός άρθρου του Σάντρο Μετσάντρα για την πρόσφατη κατάσταση της Ιταλικής αριστεράς. Η προηγούμενα ισχυρή Ιταλική κοινοβουλευτική ριζοσπαστική αριστερά, μετά την ρήξη της με τα κοινωνικά κινήματα, υπέστη μια εξοντωτική ήττα στις πρόσφατες εκλογές. Ο Σάντρο Μετσάντρα εξετάζει τις συνέπειες, ενώ πρώτα οι Keir Milburn και Ben Trott δίνουν το σχετικό υπόβαθρο των πραγμάτων.
Κι εσύ Μπερτινόττι;
του Σάντρο Μετσάντρα
Τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών στην Ιταλία ήταν ένα πολύ μεγάλο σοκ. Η κοινοβουλευτική ‘αριστερά’ εξαφανίσθηκε. Ήταν μια ιδιαίτερα συντριπτική ήττα για την Κομουνιστική Επανίδρυση και προσωπικά τον Φάουστο Μπερτινόττι, τον εμπνευστή του σχέδιου της Αριστεράς του Ουράνιου Τόξου.
Ανήκω σ’ αυτούς, που άσκησαν ριζική κριτική σ’ εκείνο το σχέδιο, ακόμη και πριν τις εκλογές. Το Ουράνιο Τόξο ήταν, από την αρχή, ένα προϊόν της ‘πολιτικής των συνασπισμών.’ Δεν είχε γίνει καμιά σοβαρή συζήτηση για τα δυο χρόνια (2006-2008), που η Επανίδρυση συμμετείχε στην κυβέρνηση Πρόντι. Ολόκληρη η εκλογική εκστρατεία του Ουράνιου Τόξου χαρακτηριζόταν από μια μορφή της ‘πολιτικής των ταυτοτήτων.’ Ο σκοπός της ήταν να διασώσει την ‘αριστερά,’ που είχε από μόνη της αναχθεί σε αξία.
Στο εσωτερικό της Επανίδρυσης, μεταξύ του 1998 και του 2003 – παράλληλα με την ανάληψη ισχυρών αγώνων και τη συμμετοχή σε κοινωνικά κινήματα – έλαβε χώρα τουλάχιστον μια απόπειρα σοβαρής συζήτησης πάνω στην κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, για τη σύλληψη μιας νέας σχέσης μεταξύ κοινωνικών αγώνων και θεσμών, για την ανάπτυξη αυτής της σχέσης πάνω στο έδαφος των νέων υπερεθνικών χώρων της Ευρώπης και για την αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων της στρατευμένης/ακτιβιστικής έρευνας με σκοπό τον μετασχηματισμό της ταξικής σύνθεσης σαν ένα μέσο συμμετοχής στους κοινωνικούς αγώνες. Ο δρόμος αυτός διακόπηκε, όταν η Επανίδρυση πήρε την απόφαση να επενδύσει τα πάντα στην κυβερνητική της συμμετοχή και να επιχειρήσει να επιλύσει την κρίση του ιστορικού κομουνισμού μέσα από ένα είδος ενός ‘αριστερού σοσιαλδημοκρατικού’ σχέδιου. Οι εκλογές έδωσαν μια αποστομωτική απάντηση σ’ αυτό το σχέδιο.
Υπάρχουν πολλοί σύντροφοι στην Ιταλία, οι οποίοι χάρηκαν μ’ αυτήν την απάντηση. Κάποιοι πιστεύουν ότι η ήττα του Μπερτινόττι καταδεικνύει την αναγκαιότητα της παραδοσιακής κομουνιστικής ταυτότητας. Άλλοι επισημαίνουν την αναγκαστική αυτονομία των κοινωνικών αγώνων και κινημάτων. Ενώ βρίσκω την πρώτη τοποθέτηση σαν ένα είδος ‘πολιτικής των ταυτοτήτων,’ νοιώθω ότι βρίσκομαι πολύ πιο κοντά στην δεύτερη. Αλλά θεωρώ ότι είναι επειγόντως επιτακτικό να θέσουμε το πρόβλημα της πολιτικής πάλι μέσα στους κοινωνικούς αγώνες και τα κινήματα. Τέτοια κινήματα κι αγώνες δεν είναι απόντα στην Ιταλία. Εντελώς το αντίθετο! Όμως οι εκλογές δεν οδήγησαν μόνο στην ήττα του Μπερτινόττι και του Ουράνιου Τόξου. Η νίκη των Μπερλουσκόνι και Μπόσσι (του αρχηγού της Λίγκας του Βορρά) χαρακτηρίσθηκε από κάποιες ιδιόμορφες τάσεις, στις οποίες δεν έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση ως τώρα. Για παράδειγμα, η Λίγκα διεξήγαγε μια εξαιρετικά επιθετική εκλογική εκστρατεία, χαρακτηριστική της κρίσης της ‘νεοφιλελεύθερης’ παγκοσμιοποίησης. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε τώρα μια ‘κατάληψη’ από τα δεξιά της κριτικής της παγκοσμιοποίησης. Μπροστά στις συνέπειες των συμπτωμάτων της διεθνούς οικονομικής κρίσης, ξαναανακαλύπτεται η τοπική ή/και εθνική κοινότητα, μέσα σ’ ένα αμυντικό όμως πλαίσιο, σαν το αποκλειστικό σημείο αναφοράς της πολιτικής. Η απανταχού παρουσία της ρητορικής για την ‘ασφάλεια’ πρέπει να ερμηνευθεί μ’ αυτήν την έννοια.
Οι κοινωνικοί αγώνες και τα κινήματα, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, διατρέχουν τον κίνδυνο να περιοριστούν στην κατάσταση της αντίστασης. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η αριστερή πολιτική βρίσκεται, κατά την γνώμη μου, στο άνοιγμα των νέων οριζόντων, οι οποίοι πηγαίνουν πιο πέρα απ’ αυτό το σημείο. Οι διαδηλώσεις στο Σήατλ (1999) και την Γένοβα (2001) ανέδειξαν διάπλατα ένα τέτοιο ζήτημα, προβλέποντας την κρίση της ‘νεοφιλελεύθερης’ παγκοσμιοποίησης.
Δεν υπάρχει καμιά ‘εθνική’ απάντηση σ’ αυτήν την προβληματική: το καθήκον, που επιφορτιζόμαστε εδώ στην Ιταλία, είναι παρόμοιο μ’ οπουδήποτε αλλού. Προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε την εδώ κατάσταση στο πλαίσιο της Ευρώπης κι όλου του κόσμου. Πέρα από την παραδοσιακή ‘αριστερά,’ υπάρχουν νέοι χώροι και δυνατότητες για την ριζοσπαστική πολιτική, που πρέπει να ανακαλυφθούν και να οικοδομηθούν.
Η κατάσταση, μέσα στην οποίαν αναλαμβάνουμε αυτό το καθήκον, είναι πολύ διαφορετική απ’ εκείνην, από την οποίαν αναδύθηκε το ‘παγκόσμιο κίνημα.’ Ο κόσμος αλλάζει. Ούτε η Αυτοκρατορία (η παγκόσμια, δικτυωμένη μορφή κυριαρχίας, που περιγράφηκε για πρώτη φορά από τους Χαρντ και Νέγκρι), ούτε ο ιμπεριαλισμός, εμφανίζονται να είναι ικανές να σταθεροποιήσουν – με την καπιταλιστική έννοια – την ‘παγκόσμια τάξη.’ Η συζήτηση γι’ αυτό το καθήκον, είμαι σίγουρος, είναι κάτι που θα συνεχίσουμε να επιδιώκουμε να επωμιστούμε μαζί στο αμέσως προσεχές μέλλον.
Μια μικρή εισαγωγή από τους Keir Milburn και Ben Trott
28 Απριλίου 2008: Υποστηρικτές του νεοεκλεγέντος δεξιού δήμαρχου της Ρώμης Τζιάννι Αλεμάννο συνωστίζονται έξω από το Δημαρχείο. Ο Αλεμάννο βγαίνει στο μπαλκόνι σηκώνοντας την τρίχρωμη σημαία της Ιταλίας. Τα πλήθη φωνάζουν ‘Ντούτσε, Ντούτσε’ κι ανυψώνουν ίσια τα χέρια τους κατά τον ‘Ρωμαϊκό χαιρετισμό.’ Η όλη αισθητική είναι καθαρά φασιστική.
Αυτοί οι απόηχοι του παρελθόντος της Ιταλίας συνοδεύονται από ένα κύμα αντι-μεταναστευτικής βίας. Και τα δυο βρίσκονται πίσω από τις πλάτες του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, που επέστρεψε στην εξουσία σαν αρχηγός ενός δεξιού συνασπισμού, μέσα στον οποίο συμπεριλαμβάνονται η ‘μετα-φασιστική’ Allianza Nazionale (Εθνική Συμμαχία) κι η αντι-μεταναστευτική Λίγκα του Βορρά. Επιπλέον, αυτή η μετακίνηση προς τα δεξιά περιλάμβανε κάτι που στο μικρό κείμενο στη συνέχεια ο Σάντρο Μετσάντρα περιγράφει σαν ‘κατάργηση’ της κοινοβουλευτικής αριστεράς στις τελευταίες εκλογές. Συμπίπτει επίσης με μια απίστευτα τεταμένη στιγμή μέσα στις πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ των κινημάτων και των θεσμικών οργανώσεων της Ιταλικής αριστεράς. Όλα αυτά βρίσκονται σε μια απόλυτη αντίθεση με το τι είχε συμβεί την προηγούμενη περίοδο της διακυβέρνησης του Μπερλουσκόνι, μεταξύ 2001 και 2006. Η περίοδος εκείνη είχε χαρακτηριστεί από μια έκρηξη του αγώνα, κάτι που πολλοί ονόμαζαν ‘άνοιξη των κινημάτων.’ Ήταν επίσης μια περίοδος έντονης και πολύ παραγωγικής συνεργασίας μεταξύ των κοινωνικών κινημάτων και των θεσμικών οργανώσεων, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών κομμάτων. Οι 300.000 μεγάλες διαδηλώσεις εναντίον των G8, οι γενικές απεργίες του 2002 ενάντια στα πακέτα των εργασιακών μεταρρυθμίσεων και τις περικοπές του προϋπολογισμού, η εξάπλωση των τοπικών κοινωνικών φόρουμ στην Ιταλία κι οι διαδηλώσεις ενάντια στους πόλεμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, όλα αυτά, χαρακτηρίζονταν από τις συνεργασίες μεταξύ των αυτόνομων κινημάτων κι άλλων οργανώσεων. Ιδιαίτερης σημασίας ρόλο έπαιζαν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις βάσης Cobas, το σωματείο των εργατών μετάλλου FIOM, τα κινήματα των Tute Bianche/Disobbedienti κι η οργάνωση νεολαίας της Rifondazione (Επανίδρυσης), Giovani Comuniste e Comunisti. Όμως, η απόφαση της Επανίδρυσης να συμμετάσχει στην μετά τον Μπερλουσκόνι κυβέρνηση, που πάρθηκε ακόμη κι από πριν τις εκλογές του 2006, οδήγησε σε μια ρήξη με τα κοινωνικά κινήματα. Η ‘περιοχή της αυτονομίας’ στην Ιταλία, ξαφνικά, έγινε πιο ευδιάκριτη. Με τη σύγκλιση των αιφνιδιαστικών εκλογών, μόνο δυο χρόνια μετά την είσοδο στην κυβέρνηση συνασπισμού του Πρόντι ενός αριθμού από ριζοσπαστικά-αριστερά κόμματα, συμπεριλαμβανομένης και της Επανίδρυσης, κατέρρευσαν με καταστροφικό τρόπο οι προσπάθειες επίτευξης των κοινωνικών αλλαγών μέσω του κοινοβουλευτικού δρόμου (ή, για τους πιο κυνικούς, μέσω του ‘δρόμου του οπορτουνισμού’). Φαίνεται πιθανό ότι θα είναι μέσα σ’ αυτήν την ‘περιοχή της αυτονομίας,’ που η αριστερά στην Ιταλία θα χρειασθεί, όλο και περισσότερο, να επικεντρώσει τις προσπάθειές της τα προσεχή χρόνια.
Τρία κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς, η Ομοσπονδία των Πράσινων, η Κομουνιστική Επανίδρυση και το Κόμμα των Ιταλών Κομουνιστών, είχαν συμμετάσχει στη συμμαχική μετα-Μπερλουσκονική κυβέρνηση. Στις εκλογές, που έγιναν μετά την πτώση αυτής της κυβέρνησης, τα κόμματα εκείνα σχημάτισαν τον συνασπισμό Sinistra Arcobaleno (της Αριστεράς του Ουράνιου Τόξου), υπό την αιγίδα του πρώην ηγέτη της Κομουνιστικής Επανίδρυσης, Φάουστο Μπερτινόττι. Ο συνασπισμός αυτός υπέστη μια συντριπτική ήττα. Για πρώτη φορά, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν υπάρχει καμιά κομουνιστική συμμετοχή στο Ιταλικό κοινοβούλιο κι η Ιταλία είναι τώρα μια από τις πολύ λίγες Ευρωπαϊκές χώρες χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση Πράσινου Κόμματος.
Κι εσύ Μπερτινόττι;
του Σάντρο Μετσάντρα
Τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών στην Ιταλία ήταν ένα πολύ μεγάλο σοκ. Η κοινοβουλευτική ‘αριστερά’ εξαφανίσθηκε. Ήταν μια ιδιαίτερα συντριπτική ήττα για την Κομουνιστική Επανίδρυση και προσωπικά τον Φάουστο Μπερτινόττι, τον εμπνευστή του σχέδιου της Αριστεράς του Ουράνιου Τόξου.
Ανήκω σ’ αυτούς, που άσκησαν ριζική κριτική σ’ εκείνο το σχέδιο, ακόμη και πριν τις εκλογές. Το Ουράνιο Τόξο ήταν, από την αρχή, ένα προϊόν της ‘πολιτικής των συνασπισμών.’ Δεν είχε γίνει καμιά σοβαρή συζήτηση για τα δυο χρόνια (2006-2008), που η Επανίδρυση συμμετείχε στην κυβέρνηση Πρόντι. Ολόκληρη η εκλογική εκστρατεία του Ουράνιου Τόξου χαρακτηριζόταν από μια μορφή της ‘πολιτικής των ταυτοτήτων.’ Ο σκοπός της ήταν να διασώσει την ‘αριστερά,’ που είχε από μόνη της αναχθεί σε αξία.
Στο εσωτερικό της Επανίδρυσης, μεταξύ του 1998 και του 2003 – παράλληλα με την ανάληψη ισχυρών αγώνων και τη συμμετοχή σε κοινωνικά κινήματα – έλαβε χώρα τουλάχιστον μια απόπειρα σοβαρής συζήτησης πάνω στην κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, για τη σύλληψη μιας νέας σχέσης μεταξύ κοινωνικών αγώνων και θεσμών, για την ανάπτυξη αυτής της σχέσης πάνω στο έδαφος των νέων υπερεθνικών χώρων της Ευρώπης και για την αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων της στρατευμένης/ακτιβιστικής έρευνας με σκοπό τον μετασχηματισμό της ταξικής σύνθεσης σαν ένα μέσο συμμετοχής στους κοινωνικούς αγώνες. Ο δρόμος αυτός διακόπηκε, όταν η Επανίδρυση πήρε την απόφαση να επενδύσει τα πάντα στην κυβερνητική της συμμετοχή και να επιχειρήσει να επιλύσει την κρίση του ιστορικού κομουνισμού μέσα από ένα είδος ενός ‘αριστερού σοσιαλδημοκρατικού’ σχέδιου. Οι εκλογές έδωσαν μια αποστομωτική απάντηση σ’ αυτό το σχέδιο.
Υπάρχουν πολλοί σύντροφοι στην Ιταλία, οι οποίοι χάρηκαν μ’ αυτήν την απάντηση. Κάποιοι πιστεύουν ότι η ήττα του Μπερτινόττι καταδεικνύει την αναγκαιότητα της παραδοσιακής κομουνιστικής ταυτότητας. Άλλοι επισημαίνουν την αναγκαστική αυτονομία των κοινωνικών αγώνων και κινημάτων. Ενώ βρίσκω την πρώτη τοποθέτηση σαν ένα είδος ‘πολιτικής των ταυτοτήτων,’ νοιώθω ότι βρίσκομαι πολύ πιο κοντά στην δεύτερη. Αλλά θεωρώ ότι είναι επειγόντως επιτακτικό να θέσουμε το πρόβλημα της πολιτικής πάλι μέσα στους κοινωνικούς αγώνες και τα κινήματα. Τέτοια κινήματα κι αγώνες δεν είναι απόντα στην Ιταλία. Εντελώς το αντίθετο! Όμως οι εκλογές δεν οδήγησαν μόνο στην ήττα του Μπερτινόττι και του Ουράνιου Τόξου. Η νίκη των Μπερλουσκόνι και Μπόσσι (του αρχηγού της Λίγκας του Βορρά) χαρακτηρίσθηκε από κάποιες ιδιόμορφες τάσεις, στις οποίες δεν έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση ως τώρα. Για παράδειγμα, η Λίγκα διεξήγαγε μια εξαιρετικά επιθετική εκλογική εκστρατεία, χαρακτηριστική της κρίσης της ‘νεοφιλελεύθερης’ παγκοσμιοποίησης. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε τώρα μια ‘κατάληψη’ από τα δεξιά της κριτικής της παγκοσμιοποίησης. Μπροστά στις συνέπειες των συμπτωμάτων της διεθνούς οικονομικής κρίσης, ξαναανακαλύπτεται η τοπική ή/και εθνική κοινότητα, μέσα σ’ ένα αμυντικό όμως πλαίσιο, σαν το αποκλειστικό σημείο αναφοράς της πολιτικής. Η απανταχού παρουσία της ρητορικής για την ‘ασφάλεια’ πρέπει να ερμηνευθεί μ’ αυτήν την έννοια.
Οι κοινωνικοί αγώνες και τα κινήματα, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, διατρέχουν τον κίνδυνο να περιοριστούν στην κατάσταση της αντίστασης. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η αριστερή πολιτική βρίσκεται, κατά την γνώμη μου, στο άνοιγμα των νέων οριζόντων, οι οποίοι πηγαίνουν πιο πέρα απ’ αυτό το σημείο. Οι διαδηλώσεις στο Σήατλ (1999) και την Γένοβα (2001) ανέδειξαν διάπλατα ένα τέτοιο ζήτημα, προβλέποντας την κρίση της ‘νεοφιλελεύθερης’ παγκοσμιοποίησης.
Δεν υπάρχει καμιά ‘εθνική’ απάντηση σ’ αυτήν την προβληματική: το καθήκον, που επιφορτιζόμαστε εδώ στην Ιταλία, είναι παρόμοιο μ’ οπουδήποτε αλλού. Προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε την εδώ κατάσταση στο πλαίσιο της Ευρώπης κι όλου του κόσμου. Πέρα από την παραδοσιακή ‘αριστερά,’ υπάρχουν νέοι χώροι και δυνατότητες για την ριζοσπαστική πολιτική, που πρέπει να ανακαλυφθούν και να οικοδομηθούν.
Η κατάσταση, μέσα στην οποίαν αναλαμβάνουμε αυτό το καθήκον, είναι πολύ διαφορετική απ’ εκείνην, από την οποίαν αναδύθηκε το ‘παγκόσμιο κίνημα.’ Ο κόσμος αλλάζει. Ούτε η Αυτοκρατορία (η παγκόσμια, δικτυωμένη μορφή κυριαρχίας, που περιγράφηκε για πρώτη φορά από τους Χαρντ και Νέγκρι), ούτε ο ιμπεριαλισμός, εμφανίζονται να είναι ικανές να σταθεροποιήσουν – με την καπιταλιστική έννοια – την ‘παγκόσμια τάξη.’ Η συζήτηση γι’ αυτό το καθήκον, είμαι σίγουρος, είναι κάτι που θα συνεχίσουμε να επιδιώκουμε να επωμιστούμε μαζί στο αμέσως προσεχές μέλλον.
Ετικέτες European Left

0 Σχόλια:
Ανάρτηση Σχολίου
<< Home